• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
soul mate,
soulmate
n
informal ([sb] with whom you have deep affinity) (για φιλική σχέση)αδερφικός φίλος, αδερφική φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 (για σχέση γενικότερα)αδερφή ψυχή φρ ως ουσ θηλ
 Some people believe that each and everyone of us has a soul mate.
 Ορισμένοι πιστεύουν ότι ο καθένας έχει μια αδερφή ψυχή.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση soul mate στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «soul mate».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!